20/6/26

Μήπως το πρόβλημα βρίσκεται στους θεσμούς;

 


Κάθε φορά που πλησιάζουμε σε εκλογές επανέρχεται η ίδια συζήτηση. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές και πολιτικοί αντίπαλοι πιέζουν τα κόμματα να απαντήσουν σε ένα ερώτημα:

«Με ποιον θα συνεργαστείτε μετά τις εκλογές;»

Η συζήτηση αυτή παρουσιάζεται συνήθως ως αυτονόητη. Στην πραγματικότητα όμως περιέχει μια θεμελιώδη αντίφαση, η οποία σπάνια επισημαίνεται.

Οι εκλογές αποτελούν από τη φύση τους μια ανταγωνιστική διαδικασία. Κάθε κόμμα επιδιώκει να πείσει όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες ότι οι δικές του θέσεις είναι καλύτερες από εκείνες των πολιτικών του αντιπάλων. Αναδεικνύει τις διαφορές του, προβάλλει τις προτάσεις του και προσπαθεί να αυξήσει τη δική του εκλογική επιρροή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για προεκλογικές συνεργασίες βρίσκεται εκτός της λογικής της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας.

Εάν ο βασικός στόχος ήταν εξαρχής η συνεργασία των κομμάτων, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να προηγηθεί μια εκλογική αναμέτρηση με έντονα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά. Τα κόμματα θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης πριν από τις εκλογές και να παρουσιαστούν ως ενιαίο πολιτικό σχήμα.

Στην πράξη όμως κάθε κόμμα προσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό του και να διευρύνει την απήχησή του. Για τον λόγο αυτό οποιαδήποτε προεκλογική αναφορά σε πιθανές συνεργασίες μπορεί να δημιουργήσει πολιτικό κόστος.

Ιδιαίτερα για τα μικρότερα κόμματα, μια τέτοια συζήτηση συχνά οδηγεί στην εντύπωση ότι αποτελούν απλώς συμπλήρωμα ή «ουρά» κάποιου μεγαλύτερου κόμματος. Ο ψηφοφόρος εύλογα αναρωτιέται γιατί να επιλέξει το μικρότερο κόμμα εφόσον γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα ακολουθήσει κάποιο μεγαλύτερο.

Επομένως είναι απολύτως λογικό τα κόμματα να αποφεύγουν να ανοίγουν τέτοιες συζητήσεις πριν από την κάλπη.

Σε μια δημοκρατία, πρώτα πρέπει να μιλήσει ο λαός και μετά να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις.

Ακριβώς εδώ όμως εμφανίζεται μια δεύτερη και σημαντικότερη αντίφαση.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με κανόνες που σχεδιάστηκαν για μια εποχή δικομματισμού, ενώ η πολιτική πραγματικότητα έχει πλέον μεταβληθεί σε πολυκομματική.

Για δεκαετίες η πολιτική ζωή της χώρας περιστρεφόταν γύρω από δύο μεγάλα κόμματα. Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις αποτελούσαν τον κανόνα και οι συνεργασίες την εξαίρεση.

Σήμερα όμως η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο πολυκερματισμός του πολιτικού συστήματος είναι πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής. Η πιθανότητα μη αυτοδύναμων κυβερνήσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν.

Παρόλα αυτά, το συνταγματικό πλαίσιο εξακολουθεί να προβλέπει διερευνητικές εντολές διάρκειας μόλις τριών ημερών για κάθε κόμμα.

Είναι όμως δυνατόν κόμματα που επί μήνες ή χρόνια ανταγωνίζονταν μεταξύ τους να διαμορφώσουν σοβαρές προγραμματικές συγκλίσεις μέσα σε λίγες ημέρες;

Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Οι συνεργασίες δεν χτίζονται μέσα σε τρεις ημέρες. Χρειάζονται χρόνο, πολιτική ωρίμανση, διαπραγμάτευση, προγραμματική επεξεργασία και κυρίως αφομοίωση της λαϊκής ετυμηγορίας.

Άλλωστε όταν οι πολίτες δεν δίνουν αυτοδυναμία σε κανένα κόμμα, στην πραγματικότητα στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: ζητούν συνθέσεις, συναινέσεις και συνεργασίες.

Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας επιτρέπουν να συμβεί αυτό.

Η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν ένδειξη πολιτικής αδυναμίας αλλά φυσικό αποτέλεσμα ενός πολυκομματικού πολιτικού συστήματος.

Στη Γερμανία, οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συχνά διαρκούν εβδομάδες ή και μήνες. Μετά τις εκλογές του 2017 χρειάστηκαν σχεδόν έξι μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης.

Στην Ολλανδία, όπου οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν πάγια πρακτική, η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2021 διήρκεσε περίπου δέκα μήνες.

Παρόμοια παραδείγματα συναντώνται στο Βέλγιο, στην Αυστρία και στις σκανδιναβικές χώρες.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η δημοκρατία δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις θεωρήθηκαν μέρος της κανονικής δημοκρατικής λειτουργίας.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, κάθε καθυστέρηση στον σχηματισμό κυβέρνησης παρουσιάζεται συχνά ως απειλή εθνικών διαστάσεων.

Η αντίληψη αυτή έχει ιστορικές ρίζες.

Για δεκαετίες το ελληνικό κράτος ήταν υπερβολικά εξαρτημένο από την ύπαρξη μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης. Χωρίς αυτήν, πολλές λειτουργίες υπολειτουργούσαν ή σταματούσαν εντελώς.

Η Ελλάδα του 2026 όμως δεν είναι η Ελλάδα του 1980.

Σήμερα υπάρχουν θεσμοί και μηχανισμοί που εξασφαλίζουν σημαντικό βαθμό θεσμικής συνέχειας.

Η Δικαιοσύνη, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι ανεξάρτητες αρχές, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, η δημόσια διοίκηση και πλήθος άλλων μηχανισμών εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Το κράτος δεν σταματά να λειτουργεί επειδή δεν έχει ακόμη σχηματιστεί νέα κυβέρνηση.

Οι δημόσιες υπηρεσίες συνεχίζουν να λειτουργούν, οι θεσμοί εξακολουθούν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και η χώρα εξακολουθεί να εκπροσωπείται διεθνώς μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Ακόμη και σε περιόδους υπηρεσιακών κυβερνήσεων, η διοικητική συνέχεια του κράτους διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό.

Ασφαλώς η απουσία κυβέρνησης για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί ιδανική κατάσταση. Η λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων καθυστερεί και ο στρατηγικός σχεδιασμός της χώρας περιορίζεται.

Όμως άλλο πράγμα η προσωρινή επιβράδυνση της πολιτικής λήψης αποφάσεων και άλλο η κατάρρευση της κρατικής λειτουργίας.

Ο φόβος της «ακυβερνησίας» χρησιμοποιείται συχνά ως πολιτικό επιχείρημα πολύ περισσότερο από όσο δικαιολογείται από τη σημερινή θεσμική πραγματικότητα.

Ίσως λοιπόν η πραγματική συζήτηση να μην είναι με ποιον θα συνεργαστεί προεκλογικά το κάθε κόμμα.

Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες ενός πολυκομματικού πολιτικού συστήματος.

Διότι αν οι πολίτες επιλέγουν με την ψήφο τους να μην αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε η δημοκρατία οφείλει να παρέχει τον απαραίτητο χρόνο και τα κατάλληλα θεσμικά εργαλεία ώστε οι πολιτικές δυνάμεις να μπορέσουν να αναζητήσουν σοβαρές και βιώσιμες συνθέσεις.

Η Ελλάδα του δικομματισμού ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας το έχουν καταλάβει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: