20/6/26

Μήπως το πρόβλημα βρίσκεται στους θεσμούς;

 


Κάθε φορά που πλησιάζουμε σε εκλογές επανέρχεται η ίδια συζήτηση. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές και πολιτικοί αντίπαλοι πιέζουν τα κόμματα να απαντήσουν σε ένα ερώτημα:

«Με ποιον θα συνεργαστείτε μετά τις εκλογές;»

Η συζήτηση αυτή παρουσιάζεται συνήθως ως αυτονόητη. Στην πραγματικότητα όμως περιέχει μια θεμελιώδη αντίφαση, η οποία σπάνια επισημαίνεται.

Οι εκλογές αποτελούν από τη φύση τους μια ανταγωνιστική διαδικασία. Κάθε κόμμα επιδιώκει να πείσει όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες ότι οι δικές του θέσεις είναι καλύτερες από εκείνες των πολιτικών του αντιπάλων. Αναδεικνύει τις διαφορές του, προβάλλει τις προτάσεις του και προσπαθεί να αυξήσει τη δική του εκλογική επιρροή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για προεκλογικές συνεργασίες βρίσκεται εκτός της λογικής της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας.

Εάν ο βασικός στόχος ήταν εξαρχής η συνεργασία των κομμάτων, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να προηγηθεί μια εκλογική αναμέτρηση με έντονα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά. Τα κόμματα θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης πριν από τις εκλογές και να παρουσιαστούν ως ενιαίο πολιτικό σχήμα.

Στην πράξη όμως κάθε κόμμα προσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό του και να διευρύνει την απήχησή του. Για τον λόγο αυτό οποιαδήποτε προεκλογική αναφορά σε πιθανές συνεργασίες μπορεί να δημιουργήσει πολιτικό κόστος.

Ιδιαίτερα για τα μικρότερα κόμματα, μια τέτοια συζήτηση συχνά οδηγεί στην εντύπωση ότι αποτελούν απλώς συμπλήρωμα ή «ουρά» κάποιου μεγαλύτερου κόμματος. Ο ψηφοφόρος εύλογα αναρωτιέται γιατί να επιλέξει το μικρότερο κόμμα εφόσον γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα ακολουθήσει κάποιο μεγαλύτερο.

Επομένως είναι απολύτως λογικό τα κόμματα να αποφεύγουν να ανοίγουν τέτοιες συζητήσεις πριν από την κάλπη.

Σε μια δημοκρατία, πρώτα πρέπει να μιλήσει ο λαός και μετά να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις.

Ακριβώς εδώ όμως εμφανίζεται μια δεύτερη και σημαντικότερη αντίφαση.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με κανόνες που σχεδιάστηκαν για μια εποχή δικομματισμού, ενώ η πολιτική πραγματικότητα έχει πλέον μεταβληθεί σε πολυκομματική.

Για δεκαετίες η πολιτική ζωή της χώρας περιστρεφόταν γύρω από δύο μεγάλα κόμματα. Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις αποτελούσαν τον κανόνα και οι συνεργασίες την εξαίρεση.

Σήμερα όμως η κατάσταση είναι διαφορετική. Ο πολυκερματισμός του πολιτικού συστήματος είναι πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής. Η πιθανότητα μη αυτοδύναμων κυβερνήσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι στο παρελθόν.

Παρόλα αυτά, το συνταγματικό πλαίσιο εξακολουθεί να προβλέπει διερευνητικές εντολές διάρκειας μόλις τριών ημερών για κάθε κόμμα.

Είναι όμως δυνατόν κόμματα που επί μήνες ή χρόνια ανταγωνίζονταν μεταξύ τους να διαμορφώσουν σοβαρές προγραμματικές συγκλίσεις μέσα σε λίγες ημέρες;

Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Οι συνεργασίες δεν χτίζονται μέσα σε τρεις ημέρες. Χρειάζονται χρόνο, πολιτική ωρίμανση, διαπραγμάτευση, προγραμματική επεξεργασία και κυρίως αφομοίωση της λαϊκής ετυμηγορίας.

Άλλωστε όταν οι πολίτες δεν δίνουν αυτοδυναμία σε κανένα κόμμα, στην πραγματικότητα στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: ζητούν συνθέσεις, συναινέσεις και συνεργασίες.

Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας επιτρέπουν να συμβεί αυτό.

Η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αποτελούν ένδειξη πολιτικής αδυναμίας αλλά φυσικό αποτέλεσμα ενός πολυκομματικού πολιτικού συστήματος.

Στη Γερμανία, οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συχνά διαρκούν εβδομάδες ή και μήνες. Μετά τις εκλογές του 2017 χρειάστηκαν σχεδόν έξι μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης.

Στην Ολλανδία, όπου οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν πάγια πρακτική, η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές του 2021 διήρκεσε περίπου δέκα μήνες.

Παρόμοια παραδείγματα συναντώνται στο Βέλγιο, στην Αυστρία και στις σκανδιναβικές χώρες.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η δημοκρατία δεν κατέρρευσε. Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις θεωρήθηκαν μέρος της κανονικής δημοκρατικής λειτουργίας.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, κάθε καθυστέρηση στον σχηματισμό κυβέρνησης παρουσιάζεται συχνά ως απειλή εθνικών διαστάσεων.

Η αντίληψη αυτή έχει ιστορικές ρίζες.

Για δεκαετίες το ελληνικό κράτος ήταν υπερβολικά εξαρτημένο από την ύπαρξη μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης. Χωρίς αυτήν, πολλές λειτουργίες υπολειτουργούσαν ή σταματούσαν εντελώς.

Η Ελλάδα του 2026 όμως δεν είναι η Ελλάδα του 1980.

Σήμερα υπάρχουν θεσμοί και μηχανισμοί που εξασφαλίζουν σημαντικό βαθμό θεσμικής συνέχειας.

Η Δικαιοσύνη, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι ανεξάρτητες αρχές, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, η δημόσια διοίκηση και πλήθος άλλων μηχανισμών εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Το κράτος δεν σταματά να λειτουργεί επειδή δεν έχει ακόμη σχηματιστεί νέα κυβέρνηση.

Οι δημόσιες υπηρεσίες συνεχίζουν να λειτουργούν, οι θεσμοί εξακολουθούν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και η χώρα εξακολουθεί να εκπροσωπείται διεθνώς μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.

Ακόμη και σε περιόδους υπηρεσιακών κυβερνήσεων, η διοικητική συνέχεια του κράτους διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό.

Ασφαλώς η απουσία κυβέρνησης για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί ιδανική κατάσταση. Η λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων καθυστερεί και ο στρατηγικός σχεδιασμός της χώρας περιορίζεται.

Όμως άλλο πράγμα η προσωρινή επιβράδυνση της πολιτικής λήψης αποφάσεων και άλλο η κατάρρευση της κρατικής λειτουργίας.

Ο φόβος της «ακυβερνησίας» χρησιμοποιείται συχνά ως πολιτικό επιχείρημα πολύ περισσότερο από όσο δικαιολογείται από τη σημερινή θεσμική πραγματικότητα.

Ίσως λοιπόν η πραγματική συζήτηση να μην είναι με ποιον θα συνεργαστεί προεκλογικά το κάθε κόμμα.

Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες ενός πολυκομματικού πολιτικού συστήματος.

Διότι αν οι πολίτες επιλέγουν με την ψήφο τους να μην αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε η δημοκρατία οφείλει να παρέχει τον απαραίτητο χρόνο και τα κατάλληλα θεσμικά εργαλεία ώστε οι πολιτικές δυνάμεις να μπορέσουν να αναζητήσουν σοβαρές και βιώσιμες συνθέσεις.

Η Ελλάδα του δικομματισμού ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Το ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας το έχουν καταλάβει.

9/6/26

Η ακρίβεια είναι το σύμπτωμα, η χαμένη επταετία Μητσοτάκη είναι η αιτία.

 



Η ακρίβεια αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία. Οι πολίτες βλέπουν καθημερινά το κόστος ζωής να εκτοξεύεται και το εισόδημά τους να αδυνατεί να ακολουθήσει. Η δημόσια συζήτηση αναλώνεται συνήθως γύρω από τις τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, τις πολυεθνικές και τα φαινόμενα αισχροκέρδειας. Όμως, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά, δεν αποτελούν την ουσία του προβλήματος. Η ακρίβεια δεν είναι η ασθένεια. Είναι το σύμπτωμα. Η πραγματική ασθένεια είναι τα χαμηλά εισοδήματα και η χαμηλή αγοραστική δύναμη.

Σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά με κοινό νόμισμα, οι διαφορές στις τιμές δεν αρκούν για να εξηγήσουν την καθημερινή επιβίωση-άθλο του Έλληνα εργαζόμενου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζουν τα αγαθά, αλλά πόσα χρήματα διαθέτει ο πολίτης για να τα αποκτήσει. Η ευημερία δεν μετριέται με το πόσο φθηνό είναι ένα προϊόν, αλλά με το πόσες ώρες εργασίας απαιτούνται για να αγοραστεί. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη ελληνική αποτυχία των τελευταίων ετών.

Τα τελευταία επτά χρόνια, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρέθηκε μπροστά σε μια ιστορική συγκυρία, ίσως την πιο ευνοϊκή από την εποχή που η χώρα μπήκε στο ευρώ. Μετά την οδυνηρή περιπέτεια των μνημονίων, η Ελλάδα είχε ένα πλήρως ρυθμισμένο χρέος, ένα μαξιλάρι ασφαλείας τριάντα επτά δισεκατομμυρίων ευρώ, ανοιχτή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και πάνω από εξήντα δισεκατομμύρια ευρώ να εισρέουν στα ταμεία της από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και άλλα ευρωπαϊκά εργαλεία. Οι συνθήκες ήταν κυριολεκτικά ιδανικές για να αλλάξει η μοίρα της χώρας.

Αντί όμως η κυβέρνηση να εκμεταλλευτεί αυτό το πρωτοφανές οικονομικό οπλοστάσιο για να οικοδομήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, δεν κατάφερε απολύτως τίποτα. Αντί να κατευθυνθούν αυτοί οι πολύτιμοι πόροι στην τεχνολογία, στην καινοτομία, στη βιομηχανική παραγωγή, στη μεταποίηση και στις εξαγωγές αγαθών υψηλής προστιθέμενης αξίας, η οικονομία επέστρεψε στις εργοστασιακές ρυθμίσεις της προ κρίσης εποχής. Η κυβέρνηση επέλεξε τον εύκολο και κοντόφθαλμο δρόμο της κατανάλωσης, των υπηρεσιών χαμηλής εξειδίκευσης και του real estate. Το αποτέλεσμα ήταν να συρρικνωθεί η παραγωγικότητα, ο Έλληνας να φτωχύνει, η χώρα να φτωχαίνει,  έχοντας συνεχώς το μεγαλύτερο έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών μέσα στην ευρωζώνη και να παράγει θέσεις εργασίας χωρίς ουσιαστική προοπτική επαγγελματικής και εισοδηματικής εξέλιξης.

Μια οικονομία που δεν παράγει πλούτο δεν μπορεί και να μοιράσει πλούτο. Πρόκειται για έναν αμείλικτο οικονομικό κανόνα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να παρακάμψει με επικοινωνιακά τεχνάσματα και επιδόματα. Δυστυχώς, η ελληνική επιχειρηματικότητα συνεχίζει να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η επένδυση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα. Η πολυνομία, η γραφειοκρατία, η απελπιστικά αργή δικαιοσύνη και οι συνεχείς μεταβολές του φορολογικού πλαισίου πνίγουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το κράτος αντιμετωπίζει μια νεοσύστατη επιχείρηση με την ίδια καχυποψία και ακαμψία που θα αντιμετώπιζε έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο, καθιστώντας την επιβίωση δυσκολότερη από την ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, η διαχρονική αποτυχία στο χωροταξικό και πολεοδομικό πεδίο αναγκάζει τις επιχειρήσεις να δεσμεύουν τεράστια κεφάλαια σε γη και κτίρια, αντί να επενδύουν σε εξοπλισμό, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό.

Το πολιτικό σύστημα, δυστυχώς, επιμένει να συζητά για το πώς θα μοιραστεί η υπάρχουσα, συρρικνωμένη πίτα, χωρίς να απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα πώς θα μεγαλώσει αυτή η πίτα. Σε αυτό το τέλμα, το μοναδικό πολιτικό κόμμα που έθεσε εξαρχής με απόλυτη σαφήνεια την ανάγκη για ένα πραγματικά φιλικό προς την επιχειρηματικότητα κράτος είναι οι Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με άλλες πολιτικές τους θέσεις, η ανάδειξη της ανάγκης για ένα business-friendly περιβάλλον αποτελεί τη σημαντικότερη συμβολή τους στον δημόσιο διάλογο. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που δεν θα αντιμετωπίζει τον επιχειρηματία ως ύποπτο, αλλά ως σύμμαχο στην παραγωγή πλούτου, στη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας και στην αύξηση των μισθών.

Η αποτυχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αξιοποιήσει αυτή την επταετία δεν είναι απλά μια χαμένη πολιτική ευκαιρία, αλλά μια ιστορική αποτυχία που θα κοστίσει ακριβά στις επόμενες γενιές. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, ούτε καν πιθανό, ότι η χώρα θα ξαναβρεί ποτέ στο μέλλον τόσο ευνοϊκές διεθνείς και εγχώριες συγκυρίες για να αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο. Η πραγματική λοιπόν απάντηση στην ακρίβεια δεν είναι να γίνουν φθηνότερα όλα τα προϊόντα, αλλά να γίνει πλουσιότερη η κοινωνία. Και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ούτε με συνθήματα ούτε με επιδόματα φτώχειας. Θα συμβεί μόνο όταν η Ελλάδα αποφασίσει να γίνει μια χώρα που παράγει περισσότερο, εξάγει περισσότερο, επενδύει περισσότερο και ανταμείβει καλύτερα την εργασία και τη δημιουργία. Όσο κυνηγάμε τα συμπτώματα, η ασθένεια θα συνεχίσει να μας εξουθενώνει.

6/4/26

Επιτελικό Κράτος: Το σχέδιο Μητσοτάκη για αύξηση της διαφθοράς!

 


Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τη λειτουργία του κράτους στην Ελλάδα δεν είναι ούτε καινούργια ούτε απλή. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση, καθώς συσσωρεύονται γεγονότα και υποθέσεις που δημιουργούν ένα συνολικό μοτίβο προβληματισμού.

Αφετηρία αυτής της σκέψης είναι η ίδια η δομή του λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Πρόκειται για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που συγκεντρώνει αυξημένες αρμοδιότητες και έλεγχο στο κέντρο της εκτελεστικής εξουσίας, με στόχο —θεωρητικά— τον καλύτερο συντονισμό και την αποτελεσματικότητα. Όμως, μια τέτοια συγκέντρωση εξουσίας συνεπάγεται και αυξημένη ευθύνη. Όταν ο σχεδιασμός και η εποπτεία βρίσκονται στην κορυφή, τότε και οι αποτυχίες του συστήματος δεν μπορούν εύκολα να αποσυνδεθούν από αυτήν.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η επίκληση μιας «διαχρονικής διαφθοράς» δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της σημερινής διακυβέρνησης. Αντιθέτως, η κυβέρνηση που εξελέγη το 2019 ανέλαβε με ρητή δέσμευση την ενίσχυση των θεσμών, της διαφάνειας και της δικαιοσύνης. Επτά χρόνια μετά, το βασικό ερώτημα δεν είναι τι συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά τι άλλαξε — και αν πράγματι βελτιώθηκε η λειτουργία του κράτους.

Τα γεγονότα δείχνουν ότι αντί για περιορισμό των παθογενειών, παρατηρείται συσσώρευση υποθέσεων που αφορούν τη λειτουργία της εξουσίας: από τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων έως το σκάνδαλο των υποκλοπών. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά και για το πώς αποκαλύφθηκε.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η διερεύνηση δεν ξεκίνησε από την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αυτός που εντόπισε και άρχισε να ερευνά πιθανές παρατυπίες στη διαχείριση επιδοτήσεων. Και μέχρι σήμερα, η ίδια αυτή αρχή είναι που συνεχίζει να καθορίζει την πορεία της έρευνας.

Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο και ουσιαστικό ερώτημα: γιατί δεν υπήρξε αντίστοιχη πρωτοβουλία από την ελληνική δικαιοσύνη; Ακόμη και αν αρχικά δεν υπήρχε γνώση, μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης θα ανέμενε κανείς μια ενεργή, αυτόνομη διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο. Αντίθετα, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η εξέλιξη της υπόθεσης εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την ευρωπαϊκή διαδικασία, με την εγχώρια δικαιοσύνη να ακολουθεί και όχι να προηγείται.

Η παρατήρηση αυτή δεν είναι απλώς τεχνική. Ενισχύει μια βαθύτερη δυσπιστία: ότι οι θεσμοί στο εσωτερικό της χώρας δεν λειτουργούν με την απαιτούμενη ανεξαρτησία και αποφασιστικότητα σε υποθέσεις μεγάλης σημασίας. Όταν η πρωτοβουλία για τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων προέρχεται από εξωτερικούς θεσμούς, τότε τίθεται ζήτημα αποτελεσματικότητας του ίδιου του εθνικού συστήματος ελέγχου.

Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών ή μεγάλες υποθέσεις που καθυστερούν να οδηγηθούν σε πλήρη απόδοση ευθυνών. Έτσι διαμορφώνεται μια συνολική εικόνα: ένα σύστημα στο οποίο η λογοδοσία δυσκολεύεται να φτάσει στα ανώτερα επίπεδα εξουσίας.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η βασική κριτική προς το μοντέλο διακυβέρνησης. Το «επιτελικό κράτος» σχεδιάστηκε ως ένα συγκεντρωτικό σύστημα, όπου η εξουσία και ο έλεγχος συγκλίνουν στην κορυφή. Όμως, εκ του αποτελέσματος, το μοντέλο αυτό δεν φαίνεται να περιόρισε τα φαινόμενα διαφθοράς. Αντιθέτως, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τη διόγκωση υποθέσεων που σχετίζονται με τη λειτουργία της εξουσίας.

Αυτό οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: όταν ένα σύστημα σχεδιάζεται με στόχο τον έλεγχο και την αποτελεσματικότητα, αλλά καταλήγει να συνοδεύεται από αυξημένα σκάνδαλα και μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς, τότε πρόκειται για αποτυχία του ίδιου του μοντέλου. Και η ευθύνη για αυτή την αποτυχία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από εκείνον που το σχεδίασε και το εφάρμοσε.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ζήτημα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων, όπως αυτά του Ταμείου Ανάκαμψης. Η συγκέντρωση μεγάλων οικονομικών πόρων σε ένα περιβάλλον όπου αμφισβητείται η θεσμική λογοδοσία εντείνει τον προβληματισμό για το πώς κατανέμονται και ποιοι τελικά ωφελούνται.

Τέλος, αξίζει να επισημανθεί και κάτι ακόμη: όλο αυτό το διάστημα η χώρα διοικήθηκε από μια ισχυρή μονοκομματική κυβέρνηση, με πλήρη κοινοβουλευτική άνεση. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποτράπηκαν τα φαινόμενα που περιγράφονται. Αντίθετα, η απουσία ουσιαστικών εσωτερικών ισορροπιών φαίνεται να συνέβαλε στη διόγκωσή τους. Όταν η εξουσία δεν ελέγχεται επαρκώς, και ιδιαίτερα όταν συγκεντρώνεται σε ένα κέντρο χωρίς αντίβαρα, τότε αυξάνεται ο κίνδυνος αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας.

Αυτό οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος: η ύπαρξη ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων δεν αποτελεί εγγύηση σταθερότητας ή διαφάνειας. Αντιθέτως, η ανάγκη για συνεργασίες και ισορροπίες μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου της εξουσίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η λογοδοσία ενισχύεται και η συγκέντρωση ισχύος περιορίζεται.

Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη μεμονωμένων σκανδάλων. Είναι το συνολικό αποτέλεσμα ενός μοντέλου διακυβέρνησης που, αντί να ενισχύσει τη διαφάνεια και τη λειτουργία των θεσμών —όπως είχε υποσχεθεί— φαίνεται να έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας και σε ενίσχυση της δυσπιστίας. Και αυτό αποτελεί τη σοβαρότερη κριτική: ότι το ίδιο το σύστημα, έτσι όπως σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε, δεν περιόρισε τη διαφθορά, αλλά συνέβαλε στη διόγκωσή της.



1/3/26

ΙΡΑΝ Κενό Εξουσίας.


 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όταν αυτά επιβιώνουν για πολλές δεκαετίες, δεν είναι η στιγμή της πτώσης τους. Η πτώση, όσο δραματική κι αν είναι, μπορεί να μοιάζει σαν «κάθαρση» για μια κοινωνία που έχει ζήσει καταπίεση, αυθαιρεσία και βία. Το πραγματικό πρόβλημα ξεκινά αμέσως μετά: στη διαδοχή και στη δυνατότητα του κράτους να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να διαλυθεί.

Τα μακρόβια αυταρχικά ή θεοκρατικά συστήματα δεν καταπιέζουν μόνο. Διαμορφώνουν και το πεδίο έτσι ώστε να μην υπάρχει εναλλακτική. Με τα χρόνια εξουδετερώνουν την οργανωμένη αντιπολίτευση: όχι μόνο με συλλήψεις και φόβο, αλλά με την αποσύνθεση των δικτύων, την εξορία στελεχών, τη διάλυση κοινωνικών οργανώσεων, την απουσία θεσμικής εμπειρίας. Ακόμα και όταν υπάρχουν αντιδράσεις, αυτές συχνά είναι αποσπασματικές, τοπικές, μεμονωμένες. Δεν συγκροτούν ένα σώμα ικανό να αναλάβει τη διακυβέρνηση και να πείσει ότι μπορεί να κρατήσει τη χώρα ενωμένη.

Γι’ αυτό, όταν πέφτει ένα τέτοιο σύστημα, δημιουργείται κενό. Και το κενό δεν είναι απλώς πολιτικό — δεν είναι μόνο το ερώτημα «ποιος κυβερνά». Είναι πρωτίστως το ερώτημα της βίας και της εντολής. Όσο υπάρχει το ολοκληρωτικό καθεστώς, ο έλεγχος των μηχανισμών εξαναγκασμού (στρατός, αστυνομία, υπηρεσίες, παραστρατιωτικά δίκτυα) είναι συγκεντρωτικός. Όταν όμως η κορυφή αποδυναμωθεί ή καταρρεύσει, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πάψει να είναι ενιαίος. Τότε, το πραγματικό διακύβευμα γίνεται: ποιος θα δίνει εντολές αύριο το πρωί; ποιος θα ελέγχει τις μονάδες που έχουν πραγματική ισχύ; ποιος θα διασφαλίσει ότι οι ένοπλοι δεν θα μετατραπούν σε ιδιωτικούς στρατούς;

Αν δεν υπάρχει μια νομιμοποιημένη πολιτική αρχή που να αναλάβει άμεσα τη συνέχεια, εμφανίζονται πολλαπλά κέντρα ισχύος. Συνήθως βλέπουμε τρία πράγματα να συμβαίνουν μαζί: (α) το “βαθύ κράτος” προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο με τους δικούς του όρους, (β) μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν μπορεί να επιβληθεί ως ενιαία λύση, και (γ) τοπικοί ισχυροί —ομάδες, φατρίες, περιφερειακά δίκτυα— γεμίζουν το κενό. Σε κράτη με εθνοτικές/πολιτισμικές πολυπλοκότητες, αυτό μπορεί να γίνει εκρηκτικό: κάθε περιοχή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από τη δική της δύναμη, τη δική της ασφάλεια, τους δικούς της πόρους.

Το έχουμε δει να συμβαίνει σε διάφορες μορφές. Όταν η «επόμενη μέρα» δεν έχει σχεδιαστεί, όταν δεν υπάρχει ένας στοιχειώδης μεταβατικός χάρτης, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε παρατεταμένη αστάθεια, εμφύλιους ανταγωνισμούς, διάλυση της κρατικής ικανότητας και ανθρωπιστικές τραγωδίες. Και πολλές φορές, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι η δημοκρατία, αλλά μια νέα μορφή αυταρχισμού — ίσως πιο στρατιωτικοποιημένη, ίσως πιο κυνική, με άλλο πρόσωπο αλλά με παρόμοιες πρακτικές.

Η περίπτωση του Ιράν, κατά τη γνώμη μου, ενσωματώνει όλα τα ρίσκα. Πρόκειται για μια χώρα πολυεθνική, πολυπολιτισμική, γεωπολιτικά κρίσιμη. Ένα θεοκρατικό καθεστώς που έχει κυβερνήσει επί δεκαετίες έχει φροντίσει ακριβώς για αυτό: να μην υπάρχει μια ενιαία, συγκροτημένη δημοκρατική αντιπολίτευση, ικανή να αναλάβει την εξουσία και να συνεχίσει το κράτος με ομαλότητα. Ακόμα και αν υπάρχουν εστίες αντίστασης, αυτές είναι συχνά αποσπασματικές ή διασπασμένες ως προς το σχέδιο, το πρόσωπο, τη στρατηγική, τη νομιμοποίηση.

Είμαι ξεκάθαρα κατά των θεοκρατικών καθεστώτων. Τα θεωρώ εξαιρετικά δογματικά και απόλυτα αυταρχικά, ακριβώς επειδή στηρίζονται σε μια «υπέρτερη» νομιμοποίηση: δεν ζητούν απλώς πολιτική υπακοή, αντιμετωπίζουν τη διαφωνία ως βλασφημία ή ως απειλή κατά της ίδιας της “τάξης του κόσμου”. Αυτό τα κάνει και πιο σκληρά απέναντι στην αντιπολίτευση και πιο άκαμπτα στην προσαρμογή.

Αλλά ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η αποδυνάμωση ή η αποκοπή της κορυφής ενός τέτοιου συστήματος είναι θεμιτός στόχος, αυτό δεν ισοδυναμεί με «λύση». Το να «κόψεις το κεφάλι» δεν εξαφανίζει το παρακράτος, τους μηχανισμούς, τις υπηρεσίες, τα δίκτυα συμφερόντων, ούτε την κουλτούρα επιβολής. Αντιθέτως, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο σε ανταγωνισμό διαδόχων, σε συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των πυλώνων του συστήματος, ή σε μια βίαιη αναμέτρηση πολλών κέντρων ισχύος.

Γι’ αυτό λέω ότι η “σωστή” κίνηση —αν πράγματι στόχος είναι η δημοκρατική μετάβαση— θα έπρεπε να συνοδεύεται από οργάνωση της επόμενης μέρας. Ένα στοιχειώδες μεταβατικό σχέδιο: προσωρινές εγγυήσεις δικαιωμάτων, ένας προσωρινός πολιτικός χάρτης, χρονοδιάγραμμα για εκλογές, ελάχιστη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, μηχανισμός δημόσιας διοίκησης που να συνεχίσει να λειτουργεί. Και πάνω από όλα: ένας τρόπος να περάσει ο έλεγχος των μηχανισμών ασφαλείας σε μια νομιμοποιημένη πολιτική αρχή, ώστε να μη μετατραπεί η χώρα σε πεδίο ανταγωνιστικών ένοπλων δυνάμεων.

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι που στα ολοκληρωτικά καθεστώτα σπανίζει: μια οργανωμένη δημοκρατική αντιπολίτευση με επάρκεια, ενότητα και σχέδιο. Όταν αυτό δεν υπάρχει, η μετάβαση κινδυνεύει να γίνει βίαιη, κατακερματισμένη και παρατεταμένη.

Έτσι, ο φόβος μου για το Ιράν δεν είναι απλώς ότι θα πέσει ή θα αποδυναμωθεί η θεοκρατία. Ο φόβος μου είναι ότι, χωρίς συγκροτημένη κοσμική συνέχεια, το κενό μπορεί να γεμίσει από φατρίες, τοπικές εξουσίες και ανταγωνισμούς που θα οδηγήσουν σε εμφύλιους παραγκωνισμούς, πιθανώς σε εμφύλιες συγκρούσεις, με τραγικές συνέπειες για την κοινωνία και για την κρατική συνοχή.

Με άλλα λόγια: το κρίσιμο δεν είναι μόνο να φύγουν οι μουλάδες. Είναι τι έρχεται μετά. Αν η απάντηση είναι «τίποτα οργανωμένο», τότε η πτώση μπορεί να μετατραπεί όχι σε λύτρωση, αλλά σε χάος — και το χάος, δυστυχώς, συχνά γεννά τον επόμενο αυταρχισμό.

17/2/26

20% στην Ελλαδα 80% στη Chevron

 


Πάλι τα ίδια. Με φανφάρες, τίτλους περί «εθνικού θριάμβου», και τηλεοπτικά χαμόγελα για μια “μεγάλη επιτυχία”. Μόνο που αυτή τη φορά το “κατόρθωμα” δεν είναι μια ανακάλυψη, δεν είναι μια τεχνολογική υπέρβαση, δεν είναι ένα έργο που σχεδιάστηκε, στηρίχθηκε, υλοποιήθηκε από εμάς. Είναι μια συμφωνία παραχώρησης. Μια υπογραφή. Ένα «ελάτε εσείς να το κάνετε, γιατί εμείς δεν μπορούμε».

Και το λέω ωμά: δεν μπορώ να νιώσω υπερήφανος που θα έρθει μια αμερικανική πολυεθνική — η Chevron σήμερα, αύριο ίσως η Exxon Mobil — να αντλήσει (υποθετικά πάντα) τον φυσικό πλούτο της χώρας μου, επειδή η χώρα μου δεν έχει την ικανότητα να τον αξιοποιήσει. Αυτό δεν είναι εθνικό επίτευγμα. Είναι εθνική παραδοχή αδυναμίας.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: οι πολυεθνικές δεν έρχονται για να “βοηθήσουν” την Ελλάδα. Δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Είναι μηχανές κέρδους. Στον καπιταλισμό, όποιος αναλαμβάνει το ρίσκο — και κυρίως όποιος έχει το κεφάλαιο, τον εξοπλισμό και το know-how — παίρνει και το μεγάλο κέρδος. Το “ρίσκο” που επικαλούνται δεν είναι ηθικό άλλοθι. Είναι επιχειρηματικό εισιτήριο για υπερκέρδη.

Και τότε ακούς το παραμύθι: «η Ελλάδα θα πάρει 20% επί των κερδών». Δηλαδή, όταν η εταιρεία αποφασίσει ότι έχει κέρδη. Και όποιος έχει στοιχειώδη επαφή με το πώς λειτουργούν αυτές οι δομές, ξέρει τι σημαίνει αυτό: κόστη, αποσβέσεις, ενδοομιλικές χρεώσεις, υπηρεσίες από θυγατρικές, “τεχνικά” έξοδα, λογιστικές ακροβασίες. Πόσο εύκολο είναι να εμφανίζονται «επενδύσεις» για χρόνια και τα καθαρά κέρδη να είναι ελάχιστα. Και μετά, εμείς να χειροκροτάμε για το δικαίωμα να πάρουμε ένα ποσοστό από κάτι που στο τέλος μπορεί να μην υφίσταται ούτε στα χαρτιά.

Μας λένε επίσης για royalties, για τέλη, για “ανταποδοτικά”. Και μπορεί να υπάρχουν. Αλλά το κεντρικό θέμα δεν αλλάζει: ο βασικός πλούτος, η κύρια αξία, το πραγματικό κέρδος, θα κατευθυνθεί εκεί που είναι η δύναμη: στον operator. Στο κεφάλαιο. Στην πολυεθνική. Και εμείς θα μένουμε με ένα κλάσμα — ενώ θα έχει παρουσιαστεί ως “εθνική σωτηρία”.

Το χειρότερο δεν είναι καν η οικονομική ανισορροπία. Το χειρότερο είναι το πολιτισμικό και πολιτικό αυτοεξευτελιστικό υπόστρωμα: το να παρουσιάζεται ως “υπερηφάνεια” το γεγονός ότι δεν μπορούμε μόνοι μας. Ότι παραχωρούμε χώρο, δικαιώματα, και προσδοκίες, σε τρίτους. Ότι η χώρα έχει καταντήσει να μην μπορεί να σχεδιάσει, να επενδύσει, να χτίσει δυνατότητα, να παράξει σοβαρό έργο — κι αντί γι’ αυτό πανηγυρίζει επειδή “ήρθαν οι μεγάλοι”.

Και ναι, υπάρχει και η γεωπολιτική διάσταση. «Θα μας στηρίξουν οι ΗΠΑ μέσω των εταιρειών τους», αφήνεται να εννοηθεί. Δηλαδή τι; Ότι πρέπει να νιώθουμε ασφαλείς επειδή μια υπερδύναμη έχει οικονομικό συμφέρον στην περιοχή; Και αν αύριο οι ισορροπίες αλλάξουν; Αν το συμφέρον τους μετακινηθεί; Αν κάνουν ένα “deal” αλλού; Τι θα μείνει σε μας; Θα μείνει πάλι η ίδια εξάρτηση, με άλλο περιτύλιγμα.

Κι εδώ έρχεται η πιο πικρή σύγκριση. Ο γείτονας, η Τουρκία, επένδυσε χρόνια — με κόστος, με σχέδιο, με επιμονή — για να αποκτήσει δικές της δυνατότητες: σεισμικές έρευνες, πλοία, γεωτρήσεις, τεχνογνωσία. Μπορεί να διαφωνεί κανείς με την πολιτική της, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει ότι προσπάθησε να χτίσει ισχύ. Εμείς, αντί να χτίσουμε ικανότητα, χτίζουμε αφήγημα. Χτίζουμε τηλεοπτική “επιτυχία”. Χτίζουμε εθνική αυταπάτη.

Και έτσι φτάνουμε στο τελικό, άβολο συμπέρασμα: δεν είναι επιτυχία να καμαρώνεις για τα κέρδη άλλων. Δεν είναι εθνικός θρίαμβος να πανηγυρίζεις επειδή κάποιος ξένος θα εκμεταλλευτεί τον δικό σου πλούτο. Εθνικός θρίαμβος θα ήταν να μπορείς να αξιοποιείς τους πόρους σου με τρόπο που να χτίζει αυτάρκεια, τεχνογνωσία, βιομηχανία, στρατηγική ισχύ — και να κρατάς την κύρια αξία μέσα στη χώρα.

Αντί γι’ αυτό, μάθαμε να βαφτίζουμε την παραχώρηση ως “ανάπτυξη”. Να βαφτίζουμε την εξάρτηση ως “συμμαχία”. Να βαφτίζουμε την αδυναμία ως “ρεαλισμό”. Και να χειροκροτάμε — όχι για τη δική μας πρόοδο — αλλά για την είσοδο των πολυεθνικών, σαν να είναι δικό μας τρόπαιο.

Ίσως ήρθε η ώρα να πούμε την αλήθεια χωρίς σάλτσες: το να μην μπορεί μια χώρα να αξιοποιήσει τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους χωρίς μεσάζοντες δεν είναι επιτυχία. Είναι ένδειξη μικρότητας. Και όσο συνεχίζουμε να πανηγυρίζουμε γι’ αυτό, τόσο θα διαιωνίζουμε ακριβώς το πρόβλημα που υποτίθεται ότι θέλουμε να λύσουμε.