Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τη λειτουργία του κράτους στην Ελλάδα δεν είναι ούτε καινούργια ούτε απλή. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση, καθώς συσσωρεύονται γεγονότα και υποθέσεις που δημιουργούν ένα συνολικό μοτίβο προβληματισμού.
Αφετηρία αυτής της σκέψης είναι η ίδια η δομή του
λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Πρόκειται για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που
συγκεντρώνει αυξημένες αρμοδιότητες και έλεγχο στο κέντρο της εκτελεστικής
εξουσίας, με στόχο —θεωρητικά— τον καλύτερο συντονισμό και την
αποτελεσματικότητα. Όμως, μια τέτοια συγκέντρωση εξουσίας συνεπάγεται και
αυξημένη ευθύνη. Όταν ο σχεδιασμός και η εποπτεία βρίσκονται στην κορυφή, τότε
και οι αποτυχίες του συστήματος δεν μπορούν εύκολα να αποσυνδεθούν από αυτήν.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η επίκληση μιας
«διαχρονικής διαφθοράς» δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της σημερινής
διακυβέρνησης. Αντιθέτως, η κυβέρνηση που εξελέγη το 2019 ανέλαβε με ρητή
δέσμευση την ενίσχυση των θεσμών, της διαφάνειας και της δικαιοσύνης. Επτά
χρόνια μετά, το βασικό ερώτημα δεν είναι τι συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά τι
άλλαξε — και αν πράγματι βελτιώθηκε η λειτουργία του κράτους.
Τα γεγονότα δείχνουν ότι αντί για περιορισμό των
παθογενειών, παρατηρείται συσσώρευση υποθέσεων που αφορούν τη λειτουργία της
εξουσίας: από τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων έως το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο
για το περιεχόμενό της αλλά και για το πώς αποκαλύφθηκε.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η διερεύνηση δεν
ξεκίνησε από την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αυτός
που εντόπισε και άρχισε να ερευνά πιθανές παρατυπίες στη διαχείριση
επιδοτήσεων. Και μέχρι σήμερα, η ίδια αυτή αρχή είναι που συνεχίζει να
καθορίζει την πορεία της έρευνας.
Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο και ουσιαστικό
ερώτημα: γιατί δεν υπήρξε αντίστοιχη πρωτοβουλία από την ελληνική δικαιοσύνη;
Ακόμη και αν αρχικά δεν υπήρχε γνώση, μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης θα
ανέμενε κανείς μια ενεργή, αυτόνομη διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο. Αντίθετα, η
εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η εξέλιξη της υπόθεσης εξαρτάται σχεδόν
αποκλειστικά από την ευρωπαϊκή διαδικασία, με την εγχώρια δικαιοσύνη να
ακολουθεί και όχι να προηγείται.
Η παρατήρηση αυτή δεν είναι απλώς τεχνική.
Ενισχύει μια βαθύτερη δυσπιστία: ότι οι θεσμοί στο εσωτερικό της χώρας δεν
λειτουργούν με την απαιτούμενη ανεξαρτησία και αποφασιστικότητα σε υποθέσεις
μεγάλης σημασίας. Όταν η πρωτοβουλία για τη διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων
προέρχεται από εξωτερικούς θεσμούς, τότε τίθεται ζήτημα αποτελεσματικότητας του
ίδιου του εθνικού συστήματος ελέγχου.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και σε άλλες
περιπτώσεις, όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών ή μεγάλες υποθέσεις που καθυστερούν
να οδηγηθούν σε πλήρη απόδοση ευθυνών. Έτσι διαμορφώνεται μια συνολική εικόνα:
ένα σύστημα στο οποίο η λογοδοσία δυσκολεύεται να φτάσει στα ανώτερα επίπεδα
εξουσίας.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η βασική
κριτική προς το μοντέλο διακυβέρνησης. Το «επιτελικό κράτος» σχεδιάστηκε ως ένα
συγκεντρωτικό σύστημα, όπου η εξουσία και ο έλεγχος συγκλίνουν στην κορυφή.
Όμως, εκ του αποτελέσματος, το μοντέλο αυτό δεν φαίνεται να περιόρισε τα
φαινόμενα διαφθοράς. Αντιθέτως, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τη διόγκωση
υποθέσεων που σχετίζονται με τη λειτουργία της εξουσίας.
Αυτό οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: όταν ένα
σύστημα σχεδιάζεται με στόχο τον έλεγχο και την αποτελεσματικότητα, αλλά
καταλήγει να συνοδεύεται από αυξημένα σκάνδαλα και μειωμένη εμπιστοσύνη στους
θεσμούς, τότε πρόκειται για αποτυχία του ίδιου του μοντέλου. Και η ευθύνη για
αυτή την αποτυχία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από εκείνον που το σχεδίασε και το
εφάρμοσε.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ζήτημα της
διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων, όπως αυτά του Ταμείου Ανάκαμψης. Η
συγκέντρωση μεγάλων οικονομικών πόρων σε ένα περιβάλλον όπου αμφισβητείται η
θεσμική λογοδοσία εντείνει τον προβληματισμό για το πώς κατανέμονται και ποιοι
τελικά ωφελούνται.
Τέλος, αξίζει να επισημανθεί και κάτι ακόμη: όλο
αυτό το διάστημα η χώρα διοικήθηκε από μια ισχυρή μονοκομματική κυβέρνηση, με
πλήρη κοινοβουλευτική άνεση. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποτράπηκαν τα φαινόμενα που
περιγράφονται. Αντίθετα, η απουσία ουσιαστικών εσωτερικών ισορροπιών φαίνεται
να συνέβαλε στη διόγκωσή τους. Όταν η εξουσία δεν ελέγχεται επαρκώς, και
ιδιαίτερα όταν συγκεντρώνεται σε ένα κέντρο χωρίς αντίβαρα, τότε αυξάνεται ο
κίνδυνος αυθαιρεσίας και αδιαφάνειας.
Αυτό οδηγεί σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα για τη
λειτουργία του πολιτικού συστήματος: η ύπαρξη ισχυρών μονοκομματικών
κυβερνήσεων δεν αποτελεί εγγύηση σταθερότητας ή διαφάνειας. Αντιθέτως, η ανάγκη
για συνεργασίες και ισορροπίες μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εσωτερικού
ελέγχου της εξουσίας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η λογοδοσία ενισχύεται και η
συγκέντρωση ισχύος περιορίζεται.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη
μεμονωμένων σκανδάλων. Είναι το συνολικό αποτέλεσμα ενός μοντέλου διακυβέρνησης
που, αντί να ενισχύσει τη διαφάνεια και τη λειτουργία των θεσμών —όπως είχε
υποσχεθεί— φαίνεται να έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας και σε
ενίσχυση της δυσπιστίας. Και αυτό αποτελεί τη σοβαρότερη κριτική: ότι το ίδιο
το σύστημα, έτσι όπως σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε, δεν περιόρισε τη διαφθορά,
αλλά συνέβαλε στη διόγκωσή της.
