1/3/26

ΙΡΑΝ Κενό Εξουσίας.


 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όταν αυτά επιβιώνουν για πολλές δεκαετίες, δεν είναι η στιγμή της πτώσης τους. Η πτώση, όσο δραματική κι αν είναι, μπορεί να μοιάζει σαν «κάθαρση» για μια κοινωνία που έχει ζήσει καταπίεση, αυθαιρεσία και βία. Το πραγματικό πρόβλημα ξεκινά αμέσως μετά: στη διαδοχή και στη δυνατότητα του κράτους να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς να διαλυθεί.

Τα μακρόβια αυταρχικά ή θεοκρατικά συστήματα δεν καταπιέζουν μόνο. Διαμορφώνουν και το πεδίο έτσι ώστε να μην υπάρχει εναλλακτική. Με τα χρόνια εξουδετερώνουν την οργανωμένη αντιπολίτευση: όχι μόνο με συλλήψεις και φόβο, αλλά με την αποσύνθεση των δικτύων, την εξορία στελεχών, τη διάλυση κοινωνικών οργανώσεων, την απουσία θεσμικής εμπειρίας. Ακόμα και όταν υπάρχουν αντιδράσεις, αυτές συχνά είναι αποσπασματικές, τοπικές, μεμονωμένες. Δεν συγκροτούν ένα σώμα ικανό να αναλάβει τη διακυβέρνηση και να πείσει ότι μπορεί να κρατήσει τη χώρα ενωμένη.

Γι’ αυτό, όταν πέφτει ένα τέτοιο σύστημα, δημιουργείται κενό. Και το κενό δεν είναι απλώς πολιτικό — δεν είναι μόνο το ερώτημα «ποιος κυβερνά». Είναι πρωτίστως το ερώτημα της βίας και της εντολής. Όσο υπάρχει το ολοκληρωτικό καθεστώς, ο έλεγχος των μηχανισμών εξαναγκασμού (στρατός, αστυνομία, υπηρεσίες, παραστρατιωτικά δίκτυα) είναι συγκεντρωτικός. Όταν όμως η κορυφή αποδυναμωθεί ή καταρρεύσει, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πάψει να είναι ενιαίος. Τότε, το πραγματικό διακύβευμα γίνεται: ποιος θα δίνει εντολές αύριο το πρωί; ποιος θα ελέγχει τις μονάδες που έχουν πραγματική ισχύ; ποιος θα διασφαλίσει ότι οι ένοπλοι δεν θα μετατραπούν σε ιδιωτικούς στρατούς;

Αν δεν υπάρχει μια νομιμοποιημένη πολιτική αρχή που να αναλάβει άμεσα τη συνέχεια, εμφανίζονται πολλαπλά κέντρα ισχύος. Συνήθως βλέπουμε τρία πράγματα να συμβαίνουν μαζί: (α) το “βαθύ κράτος” προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο με τους δικούς του όρους, (β) μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση δεν μπορεί να επιβληθεί ως ενιαία λύση, και (γ) τοπικοί ισχυροί —ομάδες, φατρίες, περιφερειακά δίκτυα— γεμίζουν το κενό. Σε κράτη με εθνοτικές/πολιτισμικές πολυπλοκότητες, αυτό μπορεί να γίνει εκρηκτικό: κάθε περιοχή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από τη δική της δύναμη, τη δική της ασφάλεια, τους δικούς της πόρους.

Το έχουμε δει να συμβαίνει σε διάφορες μορφές. Όταν η «επόμενη μέρα» δεν έχει σχεδιαστεί, όταν δεν υπάρχει ένας στοιχειώδης μεταβατικός χάρτης, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε παρατεταμένη αστάθεια, εμφύλιους ανταγωνισμούς, διάλυση της κρατικής ικανότητας και ανθρωπιστικές τραγωδίες. Και πολλές φορές, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι η δημοκρατία, αλλά μια νέα μορφή αυταρχισμού — ίσως πιο στρατιωτικοποιημένη, ίσως πιο κυνική, με άλλο πρόσωπο αλλά με παρόμοιες πρακτικές.

Η περίπτωση του Ιράν, κατά τη γνώμη μου, ενσωματώνει όλα τα ρίσκα. Πρόκειται για μια χώρα πολυεθνική, πολυπολιτισμική, γεωπολιτικά κρίσιμη. Ένα θεοκρατικό καθεστώς που έχει κυβερνήσει επί δεκαετίες έχει φροντίσει ακριβώς για αυτό: να μην υπάρχει μια ενιαία, συγκροτημένη δημοκρατική αντιπολίτευση, ικανή να αναλάβει την εξουσία και να συνεχίσει το κράτος με ομαλότητα. Ακόμα και αν υπάρχουν εστίες αντίστασης, αυτές είναι συχνά αποσπασματικές ή διασπασμένες ως προς το σχέδιο, το πρόσωπο, τη στρατηγική, τη νομιμοποίηση.

Είμαι ξεκάθαρα κατά των θεοκρατικών καθεστώτων. Τα θεωρώ εξαιρετικά δογματικά και απόλυτα αυταρχικά, ακριβώς επειδή στηρίζονται σε μια «υπέρτερη» νομιμοποίηση: δεν ζητούν απλώς πολιτική υπακοή, αντιμετωπίζουν τη διαφωνία ως βλασφημία ή ως απειλή κατά της ίδιας της “τάξης του κόσμου”. Αυτό τα κάνει και πιο σκληρά απέναντι στην αντιπολίτευση και πιο άκαμπτα στην προσαρμογή.

Αλλά ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η αποδυνάμωση ή η αποκοπή της κορυφής ενός τέτοιου συστήματος είναι θεμιτός στόχος, αυτό δεν ισοδυναμεί με «λύση». Το να «κόψεις το κεφάλι» δεν εξαφανίζει το παρακράτος, τους μηχανισμούς, τις υπηρεσίες, τα δίκτυα συμφερόντων, ούτε την κουλτούρα επιβολής. Αντιθέτως, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο σε ανταγωνισμό διαδόχων, σε συγκρούσεις μεταξύ των ίδιων των πυλώνων του συστήματος, ή σε μια βίαιη αναμέτρηση πολλών κέντρων ισχύος.

Γι’ αυτό λέω ότι η “σωστή” κίνηση —αν πράγματι στόχος είναι η δημοκρατική μετάβαση— θα έπρεπε να συνοδεύεται από οργάνωση της επόμενης μέρας. Ένα στοιχειώδες μεταβατικό σχέδιο: προσωρινές εγγυήσεις δικαιωμάτων, ένας προσωρινός πολιτικός χάρτης, χρονοδιάγραμμα για εκλογές, ελάχιστη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, μηχανισμός δημόσιας διοίκησης που να συνεχίσει να λειτουργεί. Και πάνω από όλα: ένας τρόπος να περάσει ο έλεγχος των μηχανισμών ασφαλείας σε μια νομιμοποιημένη πολιτική αρχή, ώστε να μη μετατραπεί η χώρα σε πεδίο ανταγωνιστικών ένοπλων δυνάμεων.

Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι που στα ολοκληρωτικά καθεστώτα σπανίζει: μια οργανωμένη δημοκρατική αντιπολίτευση με επάρκεια, ενότητα και σχέδιο. Όταν αυτό δεν υπάρχει, η μετάβαση κινδυνεύει να γίνει βίαιη, κατακερματισμένη και παρατεταμένη.

Έτσι, ο φόβος μου για το Ιράν δεν είναι απλώς ότι θα πέσει ή θα αποδυναμωθεί η θεοκρατία. Ο φόβος μου είναι ότι, χωρίς συγκροτημένη κοσμική συνέχεια, το κενό μπορεί να γεμίσει από φατρίες, τοπικές εξουσίες και ανταγωνισμούς που θα οδηγήσουν σε εμφύλιους παραγκωνισμούς, πιθανώς σε εμφύλιες συγκρούσεις, με τραγικές συνέπειες για την κοινωνία και για την κρατική συνοχή.

Με άλλα λόγια: το κρίσιμο δεν είναι μόνο να φύγουν οι μουλάδες. Είναι τι έρχεται μετά. Αν η απάντηση είναι «τίποτα οργανωμένο», τότε η πτώση μπορεί να μετατραπεί όχι σε λύτρωση, αλλά σε χάος — και το χάος, δυστυχώς, συχνά γεννά τον επόμενο αυταρχισμό.