9/6/26

Η ακρίβεια είναι το σύμπτωμα, η χαμένη επταετία Μητσοτάκη είναι η αιτία.

 



Η ακρίβεια αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία. Οι πολίτες βλέπουν καθημερινά το κόστος ζωής να εκτοξεύεται και το εισόδημά τους να αδυνατεί να ακολουθήσει. Η δημόσια συζήτηση αναλώνεται συνήθως γύρω από τις τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, τις πολυεθνικές και τα φαινόμενα αισχροκέρδειας. Όμως, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά, δεν αποτελούν την ουσία του προβλήματος. Η ακρίβεια δεν είναι η ασθένεια. Είναι το σύμπτωμα. Η πραγματική ασθένεια είναι τα χαμηλά εισοδήματα και η χαμηλή αγοραστική δύναμη.

Σε μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά με κοινό νόμισμα, οι διαφορές στις τιμές δεν αρκούν για να εξηγήσουν την καθημερινή επιβίωση-άθλο του Έλληνα εργαζόμενου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζουν τα αγαθά, αλλά πόσα χρήματα διαθέτει ο πολίτης για να τα αποκτήσει. Η ευημερία δεν μετριέται με το πόσο φθηνό είναι ένα προϊόν, αλλά με το πόσες ώρες εργασίας απαιτούνται για να αγοραστεί. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η μεγαλύτερη ελληνική αποτυχία των τελευταίων ετών.

Τα τελευταία επτά χρόνια, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρέθηκε μπροστά σε μια ιστορική συγκυρία, ίσως την πιο ευνοϊκή από την εποχή που η χώρα μπήκε στο ευρώ. Μετά την οδυνηρή περιπέτεια των μνημονίων, η Ελλάδα είχε ένα πλήρως ρυθμισμένο χρέος, ένα μαξιλάρι ασφαλείας τριάντα επτά δισεκατομμυρίων ευρώ, ανοιχτή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και πάνω από εξήντα δισεκατομμύρια ευρώ να εισρέουν στα ταμεία της από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και άλλα ευρωπαϊκά εργαλεία. Οι συνθήκες ήταν κυριολεκτικά ιδανικές για να αλλάξει η μοίρα της χώρας.

Αντί όμως η κυβέρνηση να εκμεταλλευτεί αυτό το πρωτοφανές οικονομικό οπλοστάσιο για να οικοδομήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, δεν κατάφερε απολύτως τίποτα. Αντί να κατευθυνθούν αυτοί οι πολύτιμοι πόροι στην τεχνολογία, στην καινοτομία, στη βιομηχανική παραγωγή, στη μεταποίηση και στις εξαγωγές αγαθών υψηλής προστιθέμενης αξίας, η οικονομία επέστρεψε στις εργοστασιακές ρυθμίσεις της προ κρίσης εποχής. Η κυβέρνηση επέλεξε τον εύκολο και κοντόφθαλμο δρόμο της κατανάλωσης, των υπηρεσιών χαμηλής εξειδίκευσης και του real estate. Το αποτέλεσμα ήταν να συρρικνωθεί η παραγωγικότητα, ο Έλληνας να φτωχύνει, η χώρα να φτωχαίνει,  έχοντας συνεχώς το μεγαλύτερο έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών μέσα στην ευρωζώνη και να παράγει θέσεις εργασίας χωρίς ουσιαστική προοπτική επαγγελματικής και εισοδηματικής εξέλιξης.

Μια οικονομία που δεν παράγει πλούτο δεν μπορεί και να μοιράσει πλούτο. Πρόκειται για έναν αμείλικτο οικονομικό κανόνα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να παρακάμψει με επικοινωνιακά τεχνάσματα και επιδόματα. Δυστυχώς, η ελληνική επιχειρηματικότητα συνεχίζει να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου η επένδυση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα. Η πολυνομία, η γραφειοκρατία, η απελπιστικά αργή δικαιοσύνη και οι συνεχείς μεταβολές του φορολογικού πλαισίου πνίγουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το κράτος αντιμετωπίζει μια νεοσύστατη επιχείρηση με την ίδια καχυποψία και ακαμψία που θα αντιμετώπιζε έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο, καθιστώντας την επιβίωση δυσκολότερη από την ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, η διαχρονική αποτυχία στο χωροταξικό και πολεοδομικό πεδίο αναγκάζει τις επιχειρήσεις να δεσμεύουν τεράστια κεφάλαια σε γη και κτίρια, αντί να επενδύουν σε εξοπλισμό, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό.

Το πολιτικό σύστημα, δυστυχώς, επιμένει να συζητά για το πώς θα μοιραστεί η υπάρχουσα, συρρικνωμένη πίτα, χωρίς να απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα πώς θα μεγαλώσει αυτή η πίτα. Σε αυτό το τέλμα, το μοναδικό πολιτικό κόμμα που έθεσε εξαρχής με απόλυτη σαφήνεια την ανάγκη για ένα πραγματικά φιλικό προς την επιχειρηματικότητα κράτος είναι οι Δημοκράτες του Στέφανου Κασσελάκη. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με άλλες πολιτικές τους θέσεις, η ανάδειξη της ανάγκης για ένα business-friendly περιβάλλον αποτελεί τη σημαντικότερη συμβολή τους στον δημόσιο διάλογο. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που δεν θα αντιμετωπίζει τον επιχειρηματία ως ύποπτο, αλλά ως σύμμαχο στην παραγωγή πλούτου, στη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας και στην αύξηση των μισθών.

Η αποτυχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αξιοποιήσει αυτή την επταετία δεν είναι απλά μια χαμένη πολιτική ευκαιρία, αλλά μια ιστορική αποτυχία που θα κοστίσει ακριβά στις επόμενες γενιές. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, ούτε καν πιθανό, ότι η χώρα θα ξαναβρεί ποτέ στο μέλλον τόσο ευνοϊκές διεθνείς και εγχώριες συγκυρίες για να αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο. Η πραγματική λοιπόν απάντηση στην ακρίβεια δεν είναι να γίνουν φθηνότερα όλα τα προϊόντα, αλλά να γίνει πλουσιότερη η κοινωνία. Και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ούτε με συνθήματα ούτε με επιδόματα φτώχειας. Θα συμβεί μόνο όταν η Ελλάδα αποφασίσει να γίνει μια χώρα που παράγει περισσότερο, εξάγει περισσότερο, επενδύει περισσότερο και ανταμείβει καλύτερα την εργασία και τη δημιουργία. Όσο κυνηγάμε τα συμπτώματα, η ασθένεια θα συνεχίσει να μας εξουθενώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: